ευδίαιτος

εὐδίαιτος, -ον (Α)
αυτός που ζει με εγκράτεια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -διαιτος (< δίαιτα «τρόπος ζωής») πρβλ. ομο-δίαιτος, οικο-δίαιτος, λιτο-δίαιτος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐδίαιτος — living temperately masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδίαιτον — εὐδίαιτος living temperately masc/fem acc sg εὐδίαιτος living temperately neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐδιαίτου — εὐδίαιτος living temperately masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.